ἀμβρόσιος

ἀμβρόσιος
See also: βροτός
Page in Frisk: 1,90

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀμβρόσιος — immortal masc nom sg ἀμβρόσιος immortal masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀμβρόσιος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμβρόσιος — I (Saint Ambrose, Τρέβιρα 340 – Μιλάνο 397 μ.Χ.). Άγιος και διδάσκαλος της Δυτ. Καθολικής Εκκλησίας. Γιος Ιταλών χριστιανών, σπούδασε στη Ρώμη νομικά, λατινική και ελληνική φιλολογία και διορίστηκε διοικητής της Λιγυρίας Εμιλίας με έδρα το Μιλάνο …   Dictionary of Greek

  • Γραδενίγος, Αλοΐσιος Αμβρόσιος — (Χανιά 1616 – Βενετία 1680).Λόγιος κληρικός, δάσκαλος και εκδότης. Δεν υπάρχουν πληροφορίες για τα νεανικά του χρόνια. Όταν άρχισε πάντως ο Κρητικός πόλεμος με την απόβαση των Τούρκων στη Κρήτη (1645), ο Γ. ήταν ήδη πρωτοπαπάς των Χανίων και με… …   Dictionary of Greek

  • Έμπορος, Αμβρόσιος — (17ος αι.). Μοναχός και ζωγράφος. Καταγόταν από τα Χανιά. Είναι γνωστός από δύο εικόνες με θέμα τη Δευτέρα Παρουσία, οι οποίες βρίσκονται η μία στα Χανιά και η άλλη στο Φαμπριάνο της Ιταλίας. Ο Έ. είναι συντηρητικότερος στη μορφολογία από τα… …   Dictionary of Greek

  • Κράλης, Αμβρόσιος — Ιερομόναχος και αγωνιστής του 1821 από την Άνδρο. Ανήκε στους πρώτους που ύψωσαν τη σημαία της Επανάστασης στη γενέτειρά του. Σκότωσε τον αγά του Κάτω Κάστρου Άνδρου μαζί με δύο άλλους μοναχούς, τον Νικηφόρο Σκόρδο και τον Καλλίνικο Μάθα, και… …   Dictionary of Greek

  • Πάμπερις, Αμβρόσιος — Λόγιος του 18ου αι. από τη Μοσχόπολη. Ο Π. ήταν ιερομόναχος και διετέλεσε εφημέριος της ελληνικής εκκλησίας της Λειψίας. Περιηγήθηκε τη Μολδοβλαχία και την Ουγγαρία. Έγραψε το Ποίημα καρκινικόν καθώς και Διδαχές, που εκδόθηκαν στη Βιέννη το 1802 …   Dictionary of Greek

  • Παρέ, Αμβρόσιος — (Parιé Ambroise, Μπουργκ Ερσέν 1517 – Παρίσι 1590). Γάλλος χειρουργός της Αναγέννησης. Δεν είχε ακαδημαϊκή μόρφωση και ανήκε στη συντεχνία των κουρέων. Το 1563 έγινε χειρουργός του βασιλιά και διευθυντής του χειρουργικού τμήματος στο νοσοκομείο… …   Dictionary of Greek

  • Σπέρι, Έλμερ Αμβρόσιος — (Sperry). Αμερικανός εφευρέτης και βιομήχανος (1860 1930). Μετά από συστηματικές έρευνες στον τομέα της ηλεκτροτεχνίας κατασκεύασε μια ηλεκτροκίνητη σιδηροδρομική μηχανή και συνέβαλε αποφασιστικά στην προαγωγή της τεχνικής εφαρμογής του φωτισμού… …   Dictionary of Greek

  • Ταρντιέ, Oγκίστ Αμβρόσιος — (Tardieu, 1818 – 1879). Γάλλος ιατροδικαστής. Διετέλεσε καθηγητής της ιατροδικαστικής και ακαδημαϊκός. Έγραψε Λεξικό δημόσιας υγιεινής και υγιεινολογίας, Ιατροδικαστική μελέτη περί προσβολής των ηθών, Ιατροδικαστική μελέτη άμβλωσης, Μελέτη περί… …   Dictionary of Greek

  • Φραντζής, Αμβρόσιος — (1771 – 1851). Κληρικός και αγωνιστής του 1821. Καταγόταν από το Μεσορούγι των Καλαβρύτων και ήταν από τους πρώτους απομνημονευματογράφους του Αγώνα. Έγινε μοναχός σε πολύ νεαρή ηλικία και μόνασε στο Μέγα Σπήλαιο. Το 1810 αναδείχτηκε… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.